Ένα δυνατό μήνυμα στο πλαίσιο του εορτασμού της Πανελλήνιας Ημέρας Σχολικού Αθλητισμού στο σχολείο μας

Για άλλη μία φορά και φέτος στο σχολείο μας αφιερώθηκαν ώρες δράσης στην Πανελλήνια Ημέρα Σχολικού αθλητισμού. Σε αυτό το πλαίσιο θα ξεχωρίσουμε τη δράση «Οργάνωση αθλητικών δραστηριοτήτων βασισμένες σε παραολυμπιακά αθλήματα». Στο σχολείο μας παρευρέθηκαν ο Ομοσπονδιακός προπονητής του παραολυμπιακού αθλήματος, μπότσια κ. Ανδρέας Κεραμίδας, ο συντοπίτης μας, Πρωταθλητής Ελλάδος και Πανευρωπαϊκός πρωταθλητής, κ. Λεμονής Μιχάλης και ο κ. Αποστολάκης Νίκος Σύμβουλος Παιδαγωγικής Ευθύνης του σχολείου μας.
Η παρουσία τους αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για όλους, καθώς το μήνυμα που μετέφεραν ήταν δυνατό και διαχρονικό: «Το σώμα έχει όρια, αλλά η δύναμη της ψυχής όχι». Με το παράδειγμά τους, αποτελούν για όλους και περισσότερο για τα παιδιά μας, πρότυπα ζωής κι αγωνιστικότητας δείχνοντας τον δρόμο της ελπίδας και της αισιοδοξίας. Οι μαθητές της Α’ Γυμνασίου είχαν την ευκαιρία να τους ακούσουν, να μάθουν και να παίξουν το άθλημα μπότσια, ένα παραολυμπιακό άθλημα ακριβείας και στρατηγικής για άτομα με εγκεφαλική παράλυση ή άλλη σοβαρή κινητική αναπηρία.
Το μπότσια παίζεται ατομικά, σε ζευγάρια ή σε ομάδες των τριών. Σκοπός του παιχνιδιού είναι να ρίξουν οι παίκτες την δερμάτινη μπάλα τους (χρώματος κόκκινου ή μπλε) όσο πιο κοντά μπορούν στη λευκή μπάλα – στόχο που καλείται “jack”. Στο τέλος του κάθε γύρου, ο διαιτητής μετράει την απόσταση που έχουν οι μπάλες των ομάδων από τη μπάλα – στόχο και δίνει ένα βαθμό για κάθε μπάλα που είναι πιο κοντά στη μπάλα στόχο από τη κοντινότερη μπάλα του αντιπάλου. Η ομάδα ή παίκτης με την υψηλότερη βαθμολογία είναι νικητής στο τέλος του αγώνα.

Οι μαθητές και οι καθηγητές πήραν ρόλους παιχτών και διαιτητή, αγάπησαν το άθλημα και ζήτησαν να έχουν τη δυνατότητα και στο μέλλον να παίξουν. Παράλληλα, συμμετείχαν βιωματικά στο μήνυμα ότι η θέληση και η αγάπη για ζωή μπορούν να καταφέρουν πολλά, αφού καμία δυσκολία δεν είναι ανυπέρβλητη.
Στο τέλος ο κ. Λεμονής τίμησε διπλά το σχολείο μας επιδίδοντας μία αναμνηστική πλακέτα που συνοψίζει όλα τα παραπάνω προκαλώντας συγκίνηση σε όλους μας.
Ενημέρωση για WEBEX
Παρακαλούμε ενημερωθείτε από το πρόγραμμα που είναι αναρτημένο για τις ώρες που θα μπείτε για τηλεκπαίδευση. Τα λινκ των δωματίων των εκπαιδευτικών θα σταλούν στα μέιλ σας. Το ωράριο είναι αυτό που χρησιμοποιούμε δια ζώσης.
Συνέχεια κατάληψης
Αγαπητοί γονείς και μαθητές η κατάληψη συνεχίζεται. Παρακαλούμε να ανατρέχετε στην ιστοσελίδα μας σε τακτά διαστήματα προκειμένου να ενημερώνεστε για την τηλεκπαίδευση
Ενημέρωση
ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΚΗΔΕΜΟΝΕΣ, ΣΑΣ ΕΝΗΜΕΡΩΝΟΥΜΕ ΟΤΙ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΑΣ ΤΕΛΕΙ ΥΠΟ ΚΑΤΑΛΗΨΗ. ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΝΑ ΒΛΕΠΕΤΕ ΤΑΚΤΙΚΑ ΤΑ ΜΕΪΛ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΠΡΟΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΣΑΣ
ΗΦΗΗΓ
Ενημέρωση των γονέων της Α΄ τάξης για την ομαλή μετάβαση των μαθητών στο Γυμνάσιο
Μαρία Χατζηπαναγιώτη
EΡΓΑΣΙΑ Γ2, Γ3 ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Ερώτηση:
Τι φαντάζεστε ότι ακολούθησε στην ιστορία της Μάνιας; Γράψτε τη συνέχεια της ιστορίας, όπως την φαντάζεστε δίνοντας το δικό σας τέλος.
ΠΟΛΥ ΜΗΛΙΩΡΗ
Παρά τρίχα
Η ηρωίδα της Πόλυς Μηλιώρη (γεν. 1945) είναι μια έφηβη έτοιμη να αλλάξει την εξωτερική της εμφάνιση για να εναρμονιστεί με τη μόδα και τα γούστα της παρέας της. Στο τέλος όμως, ακολουθώντας
τις παρορμήσεις της, αποφασίζει να παραμείνει όπως είναι, επιλέγοντας την αρμονία με τον εαυτό της.
ΚΕΙΜΕΝΟ :
Το έχει αποφασίσει. Αυτό πάει να πει πως δεν της επιτρέπονται παλινδρομήσεις. Χτυπάει
το κουδούνι – τι σόι κομμωτήριο είναι αυτό; Αλλά η Αυγή της είπε «ξέρω ένα που δε θα
φαίνεται απ’ το δρόμο». Της ανοίγουν. Να πάρει ασανσέρ; Για έναν όροφο ασανσέρ; Αλλά
ο καθρέφτης… Όλα τα ασανσέρ έχουν καθρέφτη – θέλει να ρίξει ακόμα μια ματιά.
Απ’ όταν πάτησε πόδι κι είπε «άσε τις σαχλαμάρες, τα μαλλιά είναι δικά μου», υποχώρησε
η μάνα της. Το χτένισμα αλά Κλεοπάτρα έγινε παρελθόν κι η Μάνια βλέπει τις παλιές φωτογραφίες της και δεν αναγνωρίζεται. Ούτε καν το ύφος… Αν και για το ύφος, χτες, που
χαζεύανε μαζί το παιδικό της άλμπουμ, ο Βασίλης είπε: «Εδώ είσαι ίδια. Ό,τι κι αν κάνει ο
άνθρωπος, δε θα ξεφύγει απ’ τα πρώτα του βιώματα».
Αργεί λιγάκι να πατήσει το κουμπί του ασανσέρ – όσο δεν μπαίνει άλλος, έχει καιρό για
τον καθρέφτη. Απ’ τον καθρέφτη, η γνωστή της Μάνια την κοιτά αμήχανα: Μαύρα μαλλιά
που λάμπουν – γιατί κανείς δεν εκτιμάει την ποιότητα; Είναι αλήθεια πως της πέφτουν σαν
κουρτίνες – «φταίει που έχεις μικρό κούτελο» λέει η Αυγή. Κι η μάνα της δοκίμασε πολλές
φορές να νουθετήσει:
«Γιατί νομίζεις πως σου έκοβα φράντζα; Ήσουν τυπάκι!» Αλλά η Μάνια δεν επιδιώκει νά
’ναι τύπος. Ο εαυτός της θέλει νά ’ναι, τελεία και παύλα.
Το ασανσέρ έφτασε επιτέλους στον πρώτο όροφο κι από την ανοιχτή πόρτα του κομμωτηρίου αχνίζουνε τα σεσουάρ, καπνοί απ’ τα τσιγάρα και χύμα γυναικείες φωνές.
– Περάστε, λέει το κορίτσι με το μοβ μεταξωτό πουκάμισο.
Η Μάνια κάνει πρώτο βήμα στους ατμούς. Το χέρι πιάνει τα μακριά μαλλιά, που κρέμονται.
– Κούρεμα; ρωτάει η κυρία της ρεσεψιόν.
– Για περμανάντ, απαντάει σταθερά.
Το είπε. Πάει, το είπε. Το έχει αποφασίσει˙ και τα πιο δύσκολα πέρασαν, όσο να πάρει την
απόφαση. Περάσανε οι βασανιστικές της ώρες – να αμφιβάλλει για την ομορφιά της. Περάσαν οι ανόητες κουβέντες – κάτι πρέπει να κάνεις μ’ αυτά τα μαλλιά, οι άντρες θέλουνε
κεφάλια περιποιημένα, διανοούμενη δεν πάει να πει να μην αναδεικνύεται το πρόσωπό σου.
[…]
– Περάστε να λουστείτε, λέει ο κομμωτής και δείχνει τους λουτήρες.
Ανάσκελες, βρεμένες, γυμνές από το λούσο του φουντωτού μαλλιού οι άλλες. Η Μάνια
κάθεται δειλά ανάμεσά τους. Πριν γείρει το κεφάλι, αναλογίζεται ότι ακόμα απέχει έτη
φωτός. Τα χέρια π’ ακουμπούνε χωρίς τρέμουλο στην πλεχτή, στενή, κοντή της φούστα, χεράκια παιδικά που κάναν κάλο ανάμεσα στα δάχτυλα από το Bic των τόσων ετών. Τα νύχια
ρόδινα από φυσικού τους και για στολίδι μονάχα το ασημένιο δαχτυλίδι που αγόρασε στην
Πάτμο.
– Ελαφριά σαπουνάδα. Είναι για περμανάντ, διατάζει ο κομμωτής το κορίτσι με το μοβ
μεταξωτό πουκάμισο.
Άλλο κορίτσι. Όλα τα κορίτσια μοβ μεταξωτά πουκάμισα. Όλα μ’
ανταύγειες και περμανάντ.
– Πρόσεχε, με βρέχεις! η κυρία δίπλα της.
Η Μάνια δεν την βλέπει, όλες κοιτάνε το ταβάνι. Απ’ τη φωνή καταλαβαίνει σε ποια κατηγορία ανήκει η κυρία δίπλα: τριάντα πέντε με σαράντα,
βολεμένη σε γραφείο ή σε σύζυγο, ή και τα δυο μαζί, χακί σκιές στα μάτια και
χρυσές καδένες πάνω απ’ το ρολόι της. «Γιατί; Θαρρείς ότι εσύ δεν ανήκεις σε
κάποια κατηγορία;» της είπε ο Βασίλης. «Μπορώ να σου υποδείξω χίλιες κοπέλες
που γυρνάνε σαν εσένα!» Της φάνηκε ότι κοίταξε αδιάφορα το άβαφτο πρόσωπό
της, τα στρογγυλά γυαλιά της μυωπίας και κυρίως τα μαύρα, μακριά, ίσια μαλλιά της.
– Έτοιμη! λέει το κορίτσι με το μοβ μεταξωτό πουκάμισο.
Η πράσινη πετσέτα στο κεφάλι της, σαν τουρμπάν, ψηλώνει το μέτωπο. Απ’ τον καθρέφτη
απέναντι μια Μάνια στο μεταίχμιο.
– Θα τα κόψετε και λίγο; Ρωτάει ο κομμωτής.
Αλλά η κυρία από δίπλα, με ανοιχτά παλούκια τούφες τα μαλλιά κι ανάμεσά τους σκούρες μπογιές στις ρίζες, διακόπτει:
– Πιερ, έλα να δεις! Νομίζω πως με σκουραίνεις πολύ!
Το κορίτσι με το μοβ πουκάμισο –άλλο κορίτσι– φέρνει κοντά στη Μάνια όλα τα σύνεργα:
καρούλια, φάρμακο, χαρτάκια που της δίνει να κρατά. Τα παιδικά χεράκια σαν να ξαναβρίσκουν τις κινήσεις – τύλιγε και ξετύλιγε τα ρόλεϊ στη Ματίλντα, την κούκλα με τις δέκα
τουαλέτες και το σέξι νυχτικό.
– Θα τα κόψετε και λίγο; ξαναήρθε ο κομμωτής.
«Όχι» γνέφει η Μάνια, καθώς σηκώνουν τα βρεμένα της μαλλιά και της περνούν το πλαστικό σεντόνι τους στην πλάτη. Πάει, έγινε η πρώτη αποκοπή. Το βάρος, όταν βγει απ’ το
κομμωτήριο, θα είναι άλλο. Κατσαρό.
– Θέλω μια ελαφριά περμανάντ, λέει στον κομμωτή. Να δίνει όγκο στα μαλλιά, όχι να
κατσαρώνει.
Η Μάνια επαναλαμβάνει ό,τι αποφάσισαν με την Αυγή. Μονάχα η μάνα της είχε άλλη
γνώμη – «εγώ προτείνω να τα κόψεις καρέ, κάτω από το σαγόνι, είπε, και να κάνεις και
αφέλειες!».
– Μείνετε ήσυχη, απαντά ο Πιέρ. Θα λούζεστε και θα χτενίζεστε με τα δάχτυλα!
[…]
Τα καρούλια σφίγγουν τις ρίζες, τα ανασηκώνουν. Ο Πιέρ μιλάει πάνω απ’ το κεφάλι
της με τις άλλες γυναίκες – σειρά κυρίες, που αλλάζουν πρόσωπα. Τα κορίτσια με τα μοβ
πουκάμισα βολεύουν σεσουάρ, πυροβολούν αέρηδες καυτούς, βάζουνε κάτω απ’ τον ατμό
τρίχες να μαλακώσουν. Από το στερεοφωνικό, το ποτ πουρί κοινής αποδοχής – ένα μεγάφωνο έτυχε κοντά στη Μάνια. Οι φωνές υψώνονται για ν’ ακουστούν ανάμεσα στα βουητά
– η Μάνια αιωρείται. Το φάρμακο τσούζει στις τραβηγμένες τρίχες. Το κορίτσι με το μοβ
πουκάμισο, σοβαρό, γαντοφορεμένο, καθησυχάζει:
– Θα μείνετε έτσι ένα τέταρτο. Ύστερα πάλι στο λουτήρα.
Η σιωπή, που πέφτει ξαφνικά, κάνει την όποια φωνή ν’ ακούγεται κραυγή, ο χώρος γύρω
σκοτεινιάζει, οι κυρίες παύουν για μια στιγμή το κενό αλισβερίσι τους, η Μάνια νιώθει μόνη
κι ασφαλής.
